ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ


Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του.
Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές.
Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει:
Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος.
Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι.
Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη.
Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος.
Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί, αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν.

Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των
βουνών. Φρικιό.

18.12.16

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΧΑΣΑΜΕ!


Μία νέα μέρα, ηλιόλουστη μέρα, ξημέρωσε για την όμορφη χώρα της Cháka Di Clánia. Αγουροξυπνημένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, ρούφηξαν με μερικές δυνατές γουλιές τον καφέ τους, έφαγαν ένα καλό τοστ με μπόλικο τυρί και φιλέτα γαλοπούλας και κατά τις 11 το πρωί κίνησαν για τη δουλειά τους.

Άλλη μια μέρα ρουτίνας. Οι πασιέντζες στον υπολογιστή, οι αναρτήσεις φωτογραφιών στο Facebook και η κουβέντα με τους συναδέλφους για τα μυστικά του καλού σεξ είχαν πια γίνει μέρος της ρουτίνας τους. Τα είχαν πια βαρεθεί.
  
Το μόνο που τους απέμενε ήταν αυτό το παιχνίδι βασανισμού των πολιτών, που από τα χαράματα μαζεύονταν έξω από τους δημόσιους οργανισμούς και υπηρεσίες. 


Ένα παιχνίδι παλιό, αλλά εξαιρετικά διασκεδαστικό με πολλές έξυπνες ατάκες: «Αυτό το πιστοποιητικό δεν κάνει. Να φέρετε άλλο. 




Μετά θα πάτε στον τρίτο όροφο στο πρωτόκολλο, μετά στον δεύτερο για υπογραφή, στη συνέχεια στο διευθυντή, μετά θα βγείτε έξω να πάρετε από το μαγαζάκι χαρτόσημα και στη συνέχεια στον πρώτο όροφο, για να δώσετε ένα αντίγραφο. 

Μετά πάλι σε μένα και στη συνέχεια στο διευθυντή και μετά στο ισόγειο για επικαιροποίηση».

Η ευρηματικότητα στις κόμπλες κατά των πολιτών αποτελούσε το κύριο μέρος αυτού του αέναου παιχνιδιού. 

Ένας άτυπος ανταγωνισμός επικρατούσε πάντα μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων στη μικρή, αλλά πανέμορφη χώρα της Cháka Di Clánia. 

Όποιος κατάφερνε να εκνευρίσει περισσότερους πολίτες, κέρδιζε εύσημα και σεβασμό από τους υπόλοιπους δημόσιους υπαλλήλους.

Κατά τις μία το μεσημέρι, μετά από δυο-τρεις ώρες ατάκας και σχολίων στο Facebook, οι δημόσιοι υπάλληλοι, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. 

Τα όμορφα ανοιξιάτικα απογεύματα, τα περνούσαν σε πλατείες για καφέ. Τα βράδια, ουζάκι και τσίπουρο σε κάτι μικρά μαγαζάκια σεσημασμένων φοροφυγάδων προπονημένων στο κλείσιμο του ματιού. 

Σε μπερδεύουν. Ποτέ δεν ξέρεις αν κλείνουν το μάτι ή έχουν θέμα με το οπτικό τους νεύρο. Αυτό ισχύει σχεδόν για όλους τους μικρομεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες. 


Διαγωνισμός φοροκλεψίματος και φοροαποφυγής κάθε χρόνο μεταξύ τους λίγο μετά την υποβολή των δηλώσεων. «Πόσα έκρυψες ρε μ@λ@κα φέτος; 15.000 χιλιάρικα; Ωραίος! Πάλι ο δικός σου στην εφορία καθάρισε, ε;».

Η ευγενής κάστα των μεγαλοεπιχειρηματιών, καναλαρχών, εργολάβων του δημοσίου και αρπακτικών των κρατικών συμβάσεων δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία της χρήσης τρικ στη φοροκλοπή και τα αδήλωτα εισοδήματα. 

Το κάνουν με ένα απλό τηλέφωνο σε κάθε πολιτευτή, βουλευτή και υπουργό. Ξέρουν, πως αυτή τους η επιθυμία πρέπει να γίνει σεβαστή, αλλιώς δεν χρηματοδοτούν καμία προεκλογική καμπάνια και δεν δίνουν καθόλου μίζα και μπαξισάκι στον κάθε δημόσιο λειτουργό. 

Αυτό πονάει όλους όσους διαχειρίζονται την εξουσία. Κάνουν λοιπόν ό,τι μπορούν, για να ικανοποιήσουν τους «ευεργέτες» τους.




Ο υπέροχος λαός της 
Cháka Di Clánia δεν έχει ελιτίστικες ανησυχίες. 
Δεν τους απασχολούσε η παγκόσμια οικονομική κρίση, μιας και ένας στους τρεις εργαζόταν στο Δημόσιο, 
ο άλλος ήταν συνταξιούχος και ο τρίτος, από γενετήσιο λάθος, γεννημένος φουκαράς, είλωτας και μαθημένος στην υπακοή και την αναμονή μιας πιθανής ρίψης ψίχουλων μπαγιάτικου ψωμιού σαν ένδειξη φιλευσπλαχνίας των «ημέτερων». 

Αυτός λοιπόν ο περήφανος λαός δεν έδινε δεκάρα για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την παγκόσμια φτώχεια, τα μεταλλαγμένα τρόφιμα, τα παιχνίδια των φαρμακοβιομηχανιών και τα ανίερα παιχνίδια της παραπληροφόρησης από τα ΜΜΕ. 
  



Τον απασχολούσαν άλλες, πιο ανθρώπινες ανησυχίες. Για παράδειγμα, πότε θα την κάνει για το χωριό της μάνας του ο γείτονας, για να του πηδήξουν την παιχνιδιάρα και λάγνα γυναίκα του. 

Πότε θα καταφέρουν να βουτήξουν κανένα 4x4 από τίποτα πλειστηριασμούς ή κανένα εξοχικό από κανένα ψώνιο, που πήρε δάνειο για χαβαλέ και τώρα τα χάνει όλα.Τα νέα για τη κυρα-Μαρίτσα, την αυτοδίδακτη νοσοκόμα της γειτονιάς, ήτανε καλά. Ο γιος της, που μετά από τέσσερις αποτυχημένες προσπάθειες να περάσει στην Ιατρική Σχολή, την έκανε για Ρουμανία. 

Εκεί σπουδάζει αργά, αλλά σταθερά. Καλά λοιπόν ήταν τα νέα. Είπε λοιπόν στη μάνα του, πως μετά από κάποιες διαπραγματεύσεις, τα βρήκε με τους καθηγητές του. 

Η κυρά Μαρίτσα θα τους έδινε ένα σεβαστό ποσό, θα τους φιλοξενούσε και δωρεάν στην παράνομη πανσιόν της στο όμορφο νησί της και επιτέλους ο μονάκριβος γιόκας της θα γινόταν γιατρός.

Η συνέχεια, απλή και γνωστή. Θα τον έχωνε σε κάποιο κρατικό νοσοκομείο με τρόπους, που μόνο οι περήφανοι πολίτες της Cháka Di Clánia γνωρίζουν, θα τον μοσχοπάντρευε με τη κόρη ενός τσιφλικά αγρότη γνωστού στο σόι του ορεσίβιου άντρα της, που πλούτισε από τις βαρβάτες επιδοτήσεις, και θα συνέχιζε τον ανθόσπαρτο βίο του. 

Άλλοι βέβαια κάτοικοι στην Cháka Di Clánia βρίσκουν πιο οικονομικές λύσεις. Μετά το Λύκειο, απευθείας στο Δημόσιο ή καμιά ΔΕΚΟ. Έτσι, χωρίς χασομέρια. 


Να δουλέψει το παιδί 10-15 χρόνια και μετά να βγει στη σύνταξη και με το εφάπαξ να ανοίξει αυτό το τυροκομείο στο χωριό στο όνομα της μάνας του.
 


Την Κυριακή, στην εκκλησία όλο το χωριό. Δηλαδή, η παροικία του χωριού, που πριν χρόνια μετακόμισε στην Αθήνα, ώστε μερικοί χωριανοί να ζήσουν κι αυτοί σαν άνθρωποι.

Να τον «βρέξουν» με τις ρωσίδες και τις ουκρανές χωρίς τα περίεργα, κουτσομπολίστικα μάτια των συγχωριανών τους. Ελεύθερος έρωτας.

Τι θα απογίνουν τα ιερά και τα όσια της φυλής; Οι παραδόσεις; Η θρησκεία; Τι θα λένε οι ένδοξοι πρόγονοι από τα νησιά των Μακάρων και τα Ηλύσια Πεδία, που τώρα κάνουν μπάνιο στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ μαζί με το Μεσσία;

Τι θα πουν οι άγιοι και οι αγίες, αυτοί οι αέναοι προστάτες του έθνους της Cháka Di Clánia;
    
Ο Μπάμπης, είναι ένας τριαντάρης νέος με πολλά προσόντα. Γνωρίζει όλες τις ποικιλίες του καφέ και ξέρει όλα τα στέκια, για να αράξει κανείς στην City
 Di Clánia, πρωτεύουσα αυτής της λαμπρής χώρας.


 Το χαρτζιλίκι πέφτει αβέρτα από την τριπλή σύνταξη της κορακοζώητης γιαγιάς του, που ακόμα τσιμπάει επιδοτήσεις για κάποια λιόδεντρα, που ποτέ δεν φύτεψε.

Με κουρεμένους κροτάφους και παχύ μαρξιστικό μούσι, ο Μπάμπης μαζεύει όλα τα γκομενάκια του ιδιωτικού ΙΕΚ που φοιτά και τους μιλά με στοχασμό κατά των μνημονίων, την υποδούλωση της ένδοξης χώρας του και το σοσιαλιστικό προτσές. 


Τους εξηγεί, πως η «λυκοσυμμορία» των βαρβάρων έχει βάλει στο χέρι τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Cháka Di Clánia
Τελευταία όμως, απέχει. Ένας μπάρμπας του από την Corona, μία όμορφη πόλη στα νότια της Cháka Di Clánia, του υποσχέθηκε θέση στην Εφορία.

Ο Μπάμπης όμως, το ξεκαθάρισε από την αρχή στο μπάρμπα από την Corona. Δεν θα μπει μέσα, για να βαράει σφραγίδες. Θα μπει μέσα, για να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη.

Θα γίνει συνδικαλιστής και θα καλεί τους συναδέλφους του σε λαϊκούς αγώνες. «Τα αγαθά κόπροις κτώνται», λέει με περηφάνια.

    
Η νύχτα σιγά-σιγά, διαδέχεται τη μέρα. Τα παράνομα ζευγάρια βγαίνουν από τα ξενοδοχεία μιας ώρας γύρω από την κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας. 


Οι κουρασμένοι αγρότες αναζητούν μερικές στιγμές χαλάρωσης σε κυριλέ οίκους ανοχής μετά από τις έντονες διαμαρτυρίες τους στα αστικά κέντρα της Cháka Di Clánia


Δεν θα δεχτούν περικοπές στις επιδοτήσεις τους. Πάει και τελείωσε. Πόλεμος, εδώ και τώρα πόλεμος!

Σε λίγο θα βγει το φεγγάρι στην 
Cháka Di Clánia. Ολοστρόγγυλο, πυρακτωμένο, επαναστατικό. Ο ένδοξος λαός της  Cháka Di Clánia κάποια στιγμή θα ξαναγράψει ιστορία. 



Πάνε κάτι χρόνια, που είχε μείνει μετεξεταστέος στο μάθημα της Ιστορίας και όπως φαίνεται, θα το ξαναγράψει, για να το περάσει. 

Ησυχία, λοιπόν. Ο λαός διαβάζει...

Μελετά. Μελετά, για να δει πόσα αμελέτητα θα του σερβίρει η ιστορία του. Μια ιστορία, που κανείς άλλος λαός δεν έχει



Cháka Di Clánia! Μια χώρα της Λατινικής Αμερικής στη Μεσόγειο! 


Καληνύχτα!
 


πηγη http://www.freeinquiry.gr/